Κόρη γεννήθηκες κρυφά από μένα,
και παράλληλα στο βίο μου, έστρωσες το δικό σου μονοπάτι.
Και ζούσαμε μια ζωή απέλπιδα, απομονωμένα,
Ποτέ μας δεν ιππεύσαμε της συντροφιάς το άτι.
Όμως συμπέσαμε στο παραλήρημα μιας Κυριακής.
Στου ίδιου πόνου καπηλειό, θνητοί συνδαιτυμόνες.
Γίναμε μάρτυρες μιας ειρωνείας τραγικής,
μες τη ματιά σου άνθιζαν θλιμμένες ανεμώνες.
Τα δάκρυά σου, ανάσα μες το ψύχος,
σαν το κερί σφραγίσανε τα θλιβερά μου λόγια.
Δίχως να ξέρω, ένοιωθα, το σκοτεινό μας τείχος
κι έψαχνα φωτεινούς πυρσούς στου ερέβου τα υπόγεια.
Από ‘να γλέντι ποιητών δανείστηκα μιας φλόγας την υφή
και κάηκαν μαζί οι δυο καρδιές μας,
γίναν τα όνειρά μας, ενός δαίμονα, η θανάσιμη τροφή
σε περιβόλια σκοτεινά φωτοβολούσαν οι ψυχές μας.
Τον έρωτά μας πλέξαμε στεφάνι
κι αιμορραγούσε η ψυχή μας μύρο.
Του τοίχου οι ρωγμές προς το ταβάνι,
πλέγμα ακάνθων που τυλίγει τους τριγύρω.
Κι ασφυκτιούσαμε μαζί στον ύπνο ενός παιδιού,
Και βλέπαμε φεγγάρια να πνίγονται βουβά μέσα στη λίμνη,
Σπάσαμε τους κανόνες ενός θανάσιμου παιχνιδιού
Τα μοιρολόγια έμοιαζαν σε μας, οι ερωτικοί μας ύμνοι.
Ο θάνατος μας χώρισε μια Κυριακή Βαΐων
Κι έσβησε ένα χαμόγελο με την στερνή πνοή σου.
Σε θρήνησε της άνοιξης η γη των πένθιμων πεδίων
κι έτσι εξασφάλισα την σχέση μου μαζί σου.
Τι κι αν δε μου ‘πιασες ποτέ το χέρι;
Τι κι αν δε σ’ άγγιξα ποτέ μου όσο ζω;
Ένοιωσα μέσα μου της ανάσας σου το αγέρι
Κι ας μη βαδίσαμε ποτέ σ’ ένα κοινό «εδώ».
Σε γνωρίζω χωρίς να σε ξέρω.
Με γνωρίζεις όντας τυφλή ψυχή.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου