Κοιμήθηκα στης αγκαλιάς σου τον γλυκό χαμό,
και έζησα ξανά τον ίσκιο της τριανταφυλλιάς.
Αφουγκράστηκα με δέος τον μητρικό ψαλμό
κι έμεινα στον προθάλαμο μιας σπάνιας συννεφιάς.
Ο Ύπνος έκανε πληγή στο αριστερό του χέρι
και 'γω στο δεξιό σχημάτισα την πορφυρή βαφή.
Γίναμε αδελφοποιτοί κάτω απ' της ανάσας σου τ' αγέρι
και πιάσαμε τον κόσμο μ' ονειρική αφή.
Και βούτηξα κάτω απ' το συνειδητό,
και σκόρπισα σε άλλες διαστάσεις,
σ' ότι είναι μιαρό ή ποθητό
σε παραδείσους και κολάσεις.
(Στο φρέαρ της ερήμου):
Γεύτηκα μεθυστικά γαλάζια ύδατα
και ερωτεύτηκα μια δροσερή Αυγή.
Μου είπαν : " Τα όνειρά σου φύλα τα,
μα ζήσε την «υπόθεση» δίχως την «προσταγή»".
(Στο πύρ):
Έζησα από κοντά τις φιγούρες του Ιερώνυμου*
και άκουσα τα λόγια του Baudelaire.
Χάθηκα στα εδάφη ενός τόπου ανώνυμου
και πέθανα γι' αυτή τη γη, σ' ένα καινούργιο Κιλελέρ.
Κι έτσι όπως ξεφάντωνα σε οικισμούς ενθουσιώδεις,
χρυσές λεπίδες μ' έσφαξαν -του ήλιου ο Ηρώδης-.
Σε 'ψαξα Μούσα, ολόγυρα μα εσύ πουθενά
τα λόγια σου θυμήθηκα "δε θα με δεις ποτέ ξανά..."
*Ιερώνυμος Μπος [1452 - 1516]
Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2008
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου